Ο όρος 'cut sth out' παραπέμπει στον όρο 'cut out'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'cut sth out' is cross-referenced with 'cut out'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cut [sth] out,
cut out [sth]
vtr phrasal sep
(remove by cutting)αφαιρώ ρ μ
  (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)κόβω ρ μ
 The doctors cut the tumour out, removing the cancer.
 Audrey cut the picture out of the magazine.
 Οι γιατροί αφαίρεσαν τον όγκο και απομάκρυναν τον καρκίνο.
 Η Ώντρεϋ έκοψε τη φωτογραφία από το περιοδικό.
cut [sth] out,
cut out [sth]
vtr phrasal sep
figurative (text, scene: excise) (μεταφορικά)κόβω ρ μ
  αφαιρώ ρ μ
 The director cut the scene out from the final version of the film.
 Ο σκηνοθέτης έκοψε τη σκηνή από την τελική έκδοση της ταινίας.
cut [sth] out,
cut out [sth]
vtr phrasal sep
figurative (eliminate)βγάζω ρ μ
  αφαιρώ ρ μ
 She was told to cut out starchy carbs from her diet.
 Της είπαν να βγάλει τους αμυλούχους υδατάνθρακες από τη δίαιτά της.
cut [sth] out,
cut out [sth]
vtr phrasal sep
figurative, slang (stop) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κόβω ρ μ
 Hey, cut out all that noise! I'm trying to sleep.
 Έι, κόψε τη φασαρία! Προσπαθώ να κοιμηθώ.
cut [sth] out,
cut out [sth]
vtr phrasal sep
US, informal (turn off)σβήνω ρ μ
cut out vi phrasal (power, electricity: stop) (μεταφορικά)κόβομαι ρ αμ
 The power suddenly cut out and we were plunged into darkness.
 Κόπηκε το ρεύμα ξαφνικά και βυθιστήκαμε στο σκοτάδι.
cut out vi phrasal US, slang (depart abruptly) (καθομιλουμένη)την κάνω έκφρ
 When the partygoers heard the police were coming, many cut out.
 Πολλοί από όσους ήταν στο πάρτι την έκαναν, όταν άκουσαν ότι έρχεται η αστυνομία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
be cut out for [sth] v expr informal, figurative (person: able, suited)είμαι φτιαγμένος για κτ, είμαι γεννημένος για κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη)είμαι για κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το έχω με κτ έκφρ
  έχω χάρισμα σε κτ έκφρ
 When he got caught the second time, he decided he wasn't cut out for a life of crime.
be cut out for doing [sth] v expr informal, figurative (person: able, suited)είμαι φτιαγμένος για να κάνω κτ, είμαι γεννημένος για να κάνω κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη)είμαι για να κάνω κτ έκφρ
  είμαι κατάλληλος για να κάνω κτ περίφρ
 Some people aren't cut out for dealing with the public.
 Μερικοί άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι για να συναλλάσσονται με το κοινό.
 Μερικοί άνθρωποι δεν είναι για να συναλλάσσονται με το κοινό.
be cut out to do [sth] expr informal, figurative (person: suited)είμαι κατάλληλος για να κάνω κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω για να κάνω κτ έκφρ
 She was never cut out to be a doctor.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cut sth out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «cut sth out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!